Εκπροσώπηση της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων στο Διήμερο Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο: «Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Θεσμική Μεταρρύθμιση και Σύγχρονες Προκλήσεις» – Εισήγηση του Αντιπεριφερειάρχη Χωροταξίας, Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής, Σπύρου Ιωάννου

29/05/2026, 13:19 | Δελτία Τύπου

Στο Διήμερο Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο: «Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Θεσμική Μεταρρύθμιση και Σύγχρονες Προκλήσεις» που διοργάνωσε υπό την Αιγίδα της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας και της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ο Φοιτητικός Επιστημονικός Όμιλος Δημόσιου και Διεθνούς Δικαίου Νομικής Αθηνών, συμμετείχε η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, την οποία εκπροσώπησε ο Αντιπεριφερειάρχης Χωροταξίας, Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής, Σπύρος Ιωάννου.

Στο Συνέδριο, το οποίο διοργανώθηκε διαδικτυακά και δια ζώσης στις 13-14 Μαΐου 2026 στο Αμφιθέατρο Αργυριάδης στο ιστορικό κεντρικό κτήριο του ΕΚΠΑ, με τη συμμετοχή καθηγητών από το ΕΚΠΑ, το ΑΠΘ, το Πάντειο Πανεπιστήμιο, το ΠΑΔΑ και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Υπουργών, Δικαστών Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μελών της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, στελεχών του Υπουργείου Εσωτερικών, καθώς και Περιφερειαρχών, Δημάρχων και στελεχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης απ’ όλη την Ελλάδα, ο κ. Ιωάννου έκανε εισήγηση με τίτλο: «Νέα Τοπική Αυτοδιοίκηση: από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος στη λειτουργική ευθύνη του μέλλοντος».

 

 

Ακολουθεί η εισήγηση του Αντιπεριφερειάρχη Χωροταξίας, Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής:

 

Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι.

 

Θα ήθελα κατ΄αρχήν να συγχαρώ τον Φοιτητικό Επιστημονικό Όμιλο Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών για την πρωτοβουλία διοργάνωσης αυτού του τόσου σημαντικού Συνεδρίου, που τελείται υπό την αιγίδα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της ΕΝ.Π. Ε και της Κ.Ε.Δ.Ε, καθώς επίσης να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες στους διοργανωτές για την πρόσκληση που απηύθυναν στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, να παραστεί στο Συνέδριο και να τοποθετηθεί επί του θέματος με Εισήγησή της.

Είναι ιδιαιτέρως σημαντικές οι απόψεις που θα κατατεθούν, σε μία συζήτηση επ΄ αφορμή μίας σχεδιαζόμενης αλλαγής στον τρόπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της χώρας μας. Χρόνια μιλάμε για μεταρρυθμίσεις, για εκσυγχρονισμό, για αποκέντρωση. Και όμως, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη συχνά παραμένει ίδια: καθυστερήσεις, ασάφεια, μεταφορά ευθύνης από υπηρεσία σε υπηρεσία. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέμε ότι αλλάζουμε, αλλά τι πραγματικά αλλάζει στην πράξη. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα αποτελέσει ακόμη ένα θεσμικό κείμενο, γεμάτο μεγαλοστομίες, εν πολλοίς ανεφάρμοστες ή  μια ευκαιρία να απαντήσουμε στις επιτακτικές ανάγκες των καιρών; Θέλουμε μια Αυτοδιοίκηση που απλώς διαχειρίζεται αδυναμίες ή μια Αυτοδιοίκηση που παράγει αποτελέσματα;

 

Οι αγκυλώσεις του παρελθόντος

Αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τι μάς κρατά πίσω:

Μία Αυτοδιοίκηση χωρίς οικονομικούς πόρους, που δεν απαιτεί αλλά επί της ουσίας «επαιτεί», λειτουργώντας ως «παρίας» της κεντρικής διοίκησης, υποστελεχωμένη σε καίριους τομείς αρμοδιοτήτων και λειτουργιών της, με πολυδιάσπαση και σύγχυση αρμοδιοτήτων, μέσω αλληλοεπικαλύψεων, χωρίς σαφή ανάληψη ευθύνης και πεδίο δράσης, με γραφειοκρατικές διαδικασίες που εξαντλούν πολίτες και υπαλλήλους, με πολλαπλές εγκρίσεις για την ίδια υπόθεση, με καθυστερήσεις σε κρίσιμα ζητήματα, με διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας νομοθεσίας από υπηρεσία σε υπηρεσία, με απουσία ενιαίων ψηφιακών ροών, με αδυναμία παρακολούθησης αποτελέσματος και με έλλειψη λογοδοσίας, όταν κάτι δεν λειτουργεί. Εν τέλει, δομές που λειτουργούν για τον εαυτό τους και όχι για τον πολίτη. Και το πιο κρίσιμο: μια κουλτούρα που συχνά αποδέχεται την καθυστέρηση ως φυσιολογική. Αυτές οι αγκυλώσεις δεν λύνονται μόνο με αλλαγή νόμων, αλλά με αλλαγή λογικής.

Η μετάβαση στη λειτουργική ευθύνη

Τι σημαίνει αυτό;

Σημαίνει ότι κάθε επίπεδο διοίκησης:

α) ξέρει τι πρέπει να κάνει,

β) έχει τα εργαλεία να το κάνει και

γ) αξιολογείται για το αν το κάνει.

Σημαίνει ότι η ευθύνη δεν διαχέεται. Δεν μεταφέρεται. Δεν χάνεται. Αναλαμβάνεται.

Και για να μπορέσουμε να το επιτύχουμε αυτό, θα πρέπει να λειτουργήσουμε προγραμματισμένα και με σαφή στοχοθεσία που θα εδράζεται στην χωρίς εκπτώσεις, ειλικρινή πολιτική βούληση για παραγωγή αποτελεσμάτων, όπου θα δημιουργήσει στον πολίτη την πεποίθηση, ότι η καθημερινότητά του και η επίλυση των προβλημάτων του, βρίσκεται στο επίκεντρο και όχι στο περιθώριο του κρατικού ενδιαφέροντος.

Περνώντας πρακτικά πλέον, στο επίπεδο προτάσεων για την προσέγγιση των ενδεδειγμένων επιλογών, έχω την άποψη ότι οι επιλογές αυτές θα πρέπει να κινηθούν εντός των πλαισίων έξι (6) αξόνων και πιο συγκεκριμένα:

 

Πρώτος άξονας: Καθαρή κατανομή αρμοδιοτήτων και ευθύνης

 

Η σημερινή δημόσια διοίκηση είναι μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική, με την Κεντρική διοίκηση με τα υπουργεία, με τις Αποκεντρωμένες διοικήσεις, με τις Περιφέρειες ως δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης με αναπτυξιακό, τεχνικό, περιβαλλοντικό, κοινωνικό και επιχειρησιακό ρόλο, με τους Δήμους, ως τον εγγύτερο προς τον πολίτη βαθμό διακυβέρνησης. Και γύρω από όλα αυτά υπάρχουν εποπτευόμενοι φορείς, δημόσιες υπηρεσίες, ελεγκτικοί μηχανισμοί, αναπτυξιακές δομές, διαχειριστικές αρχές και επιμέρους συστήματα αδειοδότησης, ελέγχου και χρηματοδότησης.

Αυτή η πολυεπίπεδη διοίκηση, δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Μπορεί να είναι πλεονέκτημα. Μπορεί να σημαίνει εγγύτητα στον πολίτη, καλύτερη γνώση των τοπικών αναγκών, θεσμική εξειδίκευση, καλύτερο προγραμματισμό και ισχυρότερη περιφερειακή ανάπτυξη. Όμως αυτό συμβαίνει μόνο όταν οι ρόλοι είναι καθαροί και αυτό μπορεί να επιτευχθεί:

 

  • Πρώτον: με πλήρη χαρτογράφηση όλων των αρμοδιοτήτων μεταξύ υπουργείων και συναφών φορέων, Αποκεντρωμένων διοικήσεων, Περιφερειών και Δήμων.
  • Δεύτερον: με κωδικοποίηση και απλούστευση του θεσμικού πλαισίου, ώστε να πάψει η σημερινή διάσπαση κανόνων σε πολλούς νόμους, τροπολογίες, εξαιρέσεις και ειδικές ρυθμίσεις.
  • Τρίτον: με καθιέρωση πρακτικού κανόνα διοικητικής ευθύνης: μία αρμοδιότητα – ένας υπεύθυνος φορέας – ένας συντονιστής – μία προθεσμία – μία ψηφιακή διαδρομή.

 

Αν όλα τα ανωτέρω λείπουν, τότε η πολυεπίπεδη διοίκηση δεν λειτουργεί ως σύστημα συνεργασίας. Λειτουργεί ως σύστημα διάχυσης ευθύνης, όπου ο πολίτης (όπως στη σημερινή πραγματικότητα) πολύ συχνά δεν έρχεται αντιμέτωπος με μια διοίκηση, αλλά με ένα λαβύρινθο. Και ο λαβύρινθος είναι το πιο σίγουρο άλλοθι της αδράνειας.

 

Δεύτερος άξονας: Ο χρόνος ως δικαίωμα

 

Ο χρόνος του πολίτη δεν είναι απεριόριστος και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε κάτι πολύ συγκεκριμένο: Θεσμοθετημένο δικαίωμα απάντησης σε συγκεκριμένο χρόνο. Όχι γενικές δεσμεύσεις, αλλά σαφή χρονικά όρια για κάθε διαδικασία. Γιατί όταν η διοίκηση δεν απαντά, δεν είναι ουδέτερη. Είναι απούσα και μια απούσα διοίκηση δεν μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη.

 

Τρίτος άξονας: Διαφάνεια που κατανοείται

 

Σήμερα υπάρχουν εργαλεία διαφάνειας, όπως η Διαύγεια. Αλλά η διαφάνεια δεν είναι απλώς ανάρτηση, αλλά κατανόηση. Αν ο πολίτης δεν μπορεί να καταλάβει τι αποφασίζεται, τότε η διαφάνεια χάνει τη δύναμή της. Γι’ αυτό πρέπει να περάσουμε: από τη δημοσίευση στην εξήγηση. Από το «αναρτήθηκε» στο «έγινε κατανοητό».

 

Τέταρτος άξονας: Μέτρηση και αξιοπιστία

 

Δεν μπορούμε να βελτιώσουμε αυτό που δεν μετράμε. Η νέα αυτοδιοίκηση χρειάζεται δείκτες: χρόνου εξυπηρέτησης – αποτελεσματικότητας – ικανοποίησης πολιτών. Όχι για να τιμωρήσουμε, αλλά για να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε. Η έναρξη λειτουργίας του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης το 2025 δείχνει ότι πλέον μπορούμε να περάσουμε από την αποσπασματική αντίληψη στη διοίκηση με δεδομένα, δείκτες και δημόσια λογοδοσία. Η αξιοπιστία δεν δηλώνεται. Αποδεικνύεται.

 

 

Πέμπτος άξονας: Χώρος για καινοτομία

 

Η αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να είναι μόνο εκτελεστής κανόνων. Πρέπει να είναι και δημιουργός λύσεων. Να έχει τη δυνατότητα να αυτενεργεί, να πειραματίζεται, να προσαρμόζεται, γιατί οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών δεν είναι παντού οι ίδιες και  δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με απλουστευμένες γενικεύσεις και με μονομέρεια μέτρων.

 

Έκτος άξονας και ο πιο βασικός: Οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ

 

Η οικονομική αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να παραμένει ένα θεωρητικό ζητούμενο, αλλά πρέπει να κατοχυρωθεί στην πράξη μέσα από σαφείς και σταθερούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, ώστε οι ΟΤΑ να μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική πολιτική.

Στην ελληνική πραγματικότητα οι ΟΤΑ εξακολουθούν να λειτουργούν με:

– εξάρτηση από μεταβιβάσεις του κεντρικού κράτους

– αστάθεια στη χρηματοδότηση

– προσφυγή σε έκτακτες επιχορηγήσεις,

– με ειδικούς λογαριασμούς υποστήριξης,

– με διαρκείς αναζητήσεις εξωτερικών πόρων,

 

Πρακτικές που οδηγούν σε:

– αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού

– καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων

– περιορισμένη λογοδοσία προς τους πολίτες.

 

Η σημερινή εικόνα, των ΟΤΑ της χώρας, δεν τους προσδίδει τον χαρακτηρισμό μιάς σταθερής δημόσιας διοίκησης και δεν συνάδει με τον ρόλο τους ως θεσμών εγγύτητας. Αποτελεί διαχείριση διαρκούς αβεβαιότητας.

Αντιθέτως από την ευρωπαϊκή εμπειρία, διαπιστώνουμε ότι σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, η θεσμοθέτηση πόρων συνοδεύει αναπόσπαστα την μεταφορά αρμοδιοτήτων. Είναι πλέον αναγκαίο, ένα σύστημα που θα διασφαλίζει προβλεψιμότητα, δικαιοσύνη και επάρκεια χρηματοδότησης, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ευθύνη και τη λογοδοσία στη διαχείριση των δημόσιων πόρων. Μόνο έτσι η αυτοδιοίκηση μπορεί να σταθεί πραγματικά αυτόνομη και να ανταποκριθεί ουσιαστικά στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Όταν μεταφέρουμε αρμοδιότητα χωρίς σταθερό πόρο, δεν αποκεντρώνουμε τη λύση. Αποκεντρώνουμε την αδυναμία. Γι’ αυτό η θέση που οφείλουμε να διατυπώσουμε καθαρά είναι μία: καμία νέα αρμοδιότητα χωρίς αντίστοιχο προσωπικό, χρηματοδότηση, τεχνικά μέσα και ψηφιακή υποστήριξη. Για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ, απαιτείται μια νέα προσέγγιση βασισμένη σε τέσσερις πυλώνες:

  • Πρώτος πυλώνας: θεσμοθέτηση σταθερού και αυτόματου μηχανισμού χρηματοδότησης, με καθορισμό ποσοστού από εθνικούς φόρους (όπως ΦΠΑ ή φόρο εισοδήματος) που αποδίδεται απευθείας στους ΟΤΑ, χωρίς διαμεσολάβηση και καθυστερήσεις.
  • Δεύτερος πυλώνας: θεσμοθέτηση άμεσης απόδοσης εσόδων στην τοπική αυτοδιοίκηση από πόρους που συνδέονται άμεσα με την τοπική οικονομία, όπως το τέλος ανθεκτικότητας, το τέλος διανυκτέρευσης ή τα έσοδα από την κρουαζιέρα, για νησιωτικούς τουριστικούς προορισμούς, καθώς επίσης και θεσμοθέτηση της δυνατότητας δημιουργίας ίδιων εσόδων με ευελιξία. Οι ΟΤΑ επιβάλλεται να αξιοποιούν και να διαχειρίζονται πόρους, οι οποίοι παράγονται σε τοπικό επίπεδο, επιβαρύνουν τις τοπικές υποδομές και την καθημερινότητα των πολιτών, οι οποίοι όμως στην σημερινή πραγματικότητα, δεν επιστρέφουν πάντα (ή ποτέ), με σαφή και ανταποδοτικό τρόπο στις Περιφέρειες και στους Δήμους. Εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: οι πόροι αυτοί θα συνεχίσουν να συγκεντρώνονται κεντρικά ή θα κατευθύνονται απευθείας προς τους ΟΤΑ που καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες της τουριστικής και αναπτυξιακής δραστηριότητας; Οι Περιφέρειες και οι Δήμοι, πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων τους διαθέσιμους πόρους τους, γιατί μόνο τότε θα μπορούν να σχεδιάσουν έργα και πολιτικές με συνέχεια. Η θεσμοθέτηση πόρων δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ανάπτυξης και αποτελεσματικότητας.
  • Τρίτος πυλώνας: Δημιουργία εξισορροπητικού μηχανισμού, για δίκαιη κατανομή, με σύνολο αντικειμενικών κριτηρίων δηλ. κατανομή πόρων όχι μόνο βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, αλλά βάσει γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων, νησιωτικότητας, κοινωνικών αναγκών και επιπέδου ανάπτυξης, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες μεταξύ περιοχών. Στο σημείο αυτό, θα μου επιτρέψετε και ως εκπρόσωπος νησιωτικής Περιφέρειας, να τονίσω ότι η νησιωτικότητα δεν είναι μία απλή γεωγραφική σημείωση στον χάρτη. Είναι παράγοντας αυξημένου διοικητικού κόστους, αυξημένου επιχειρησιακού κινδύνου και αυξημένης ανάγκης για ετοιμότητα. Η γεωγραφική ασυνέχεια, η πολυνησιωτικότητα, το υψηλό κόστος μετακινήσεων, οι εποχικές πιέσεις λόγω τουρισμού, οι μικροί δήμοι με περιορισμένη διοικητική ικανότητα, η δυσκολία στη στελέχωση, η εξάρτηση από θαλάσσιες μεταφορές, η αυξημένη ανάγκη ταχείας ανταπόκρισης σε κρίσεις, η ιδιαίτερη περιβαλλοντική και χωροταξική ευαισθησία, απαιτούν την πρόβλεψη ενός ειδικού επιχειρησιακού και χρηματοδοτικού πλαισίου για τις νησιωτικές περιφέρειες, με ρήτρες νησιωτικότητας στην κατανομή πόρων, προσωπικού, προθεσμιών και διοικητικών απαιτήσεων. Το ίδιο διοικητικό μοντέλο δεν μπορεί να εφαρμόζεται οριζόντια, σαν να είναι ίδιες οι συνθήκες σε μια ηπειρωτική και σε μια πολυνησιακή περιφέρεια. Το Σύνταγμα το αναγνωρίζει. Ο ν. 3852/2010 το αναγνωρίζει. Το ενωσιακό δίκαιο το αναγνωρίζει. Εκείνο που απομένει είναι να το αναγνωρίσουμε πλήρως και επιχειρησιακά στον τρόπο που κατανέμουμε πόρους, οργανικές θέσεις, διαδικασίες και χρονοδιαγράμματα. Η νησιωτικότητα, λοιπόν, πρέπει να γίνεται θεσμικό κριτήριο. Όχι μόνο στην αναπτυξιακή ρητορική, αλλά στην πραγματική διοικητική αρχιτεκτονική.
  • Τέταρτος πυλώνας: δημοσιονομική πειθαρχία και έλεγχος, μέσω υποχρεωτικής διαφάνειας και λογοδοσίας στη χρήση πόρων, με δημόσια, απλή και κατανοητή παρουσίαση πού κατευθύνονται τα χρήματα, ώστε να ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών.
  • Πέμπτος πυλώνας: Η διαρθρωτική – υπηρεσιακή αυτοτέλεια των ΟΤΑ μέσω της επαρκούς και στοχευμένης στελέχωσής τους με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και ειδικά κίνητρα για νησιωτικές και δυσπρόσιτες περιοχές καθώς και ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός τους με αξιοποίηση και της τεχνητής νοημοσύνης και η διαλειτουργικότητα μεταξύ των βαθμίδων της Διοίκησης.Υποστελεχωμένοι ΟΤΑ σε κρίσιμες Διευθύνσεις, δεν μπορούν να λειτουργούν με πληρότητα, τόσο σε ελεγκτικό επίπεδο, όσο και στο τομέα των Υποδομών, για να μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν έργα χωρίς καθυστερήσεις και εξαρτήσεις, αλλά ταυτοχρόνως να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις που εμφανίστηκαν και εντείνονται εξαιτίας της Κλιματικής αλλαγής, όπου η αυτοδιοίκηση δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί μόνο αντιδραστικά, αλλά αντιθέτως· οφείλει να σχεδιάζει προληπτικά, ώστε να διασφαλίσει την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής και τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού παραμένει δύσκολη, ότι ελλείψεις τεχνικών δεξιοτήτων δυσχεραίνουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό και ότι οι αδυναμίες διοικητικής ικανότητας επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις για επιτάχυνση προσλήψεων και ειδικές ρυθμίσεις για στελέχωση των Υπηρεσιών Δόμησης, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό. Η ποιότητα της διακυβέρνησης εξαρτάται τελικά από την ποιότητα και την επάρκεια των ανθρώπων που στηρίζουν τους θεσμούς.

Κανένα διοικητικό σχήμα δεν λειτουργεί μόνο με οργανόγραμμα. Λειτουργεί με ανθρώπους, με δεξιότητες, με συνεχή επιμόρφωση και με πραγματικές συνθήκες υπηρεσιακής αντοχής. Η καθιέρωση κοινών πρωτοκόλλων συνεργασίας και κοινών χρονοδιαγραμμάτων με παράλληλη ψηφιακή παρακολούθηση της πορείας κάθε σύνθετης υπόθεσης από όλους τους συναρμόδιους, με ίχνος ενεργειών, υπεύθυνους και σταθμούς ελέγχου, σε κρίσιμους τομείς, όπως πολιτική προστασία, χωρικός σχεδιασμός, τεχνικά έργα, περιβαλλοντική αδειοδότηση, διαχείριση αποβλήτων, κοινωνική φροντίδα και απορρόφηση χρηματοδοτικών προγραμμάτων, θα δώσει οριστικές λύσεις στον αποτελεσματικό τρόπο της συνολικής αντιμετώπισης των ζητημάτων από τους συναρμόδιους βαθμούς διοίκησης.

Όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την «γέννηση» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μέχρι και σήμερα, κύριο ζήτημα που συνεχώς συζητούνταν και αποτελούσε σημείο τριβής και αντιπαραθέσεων, είναι η διαχρονική εξάρτηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το κεντρικό κράτος. Η λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εκάστοτε αλλαγές στην κεντρική διοίκηση. Στην σημερινή πραγματικότητα, κάθε κυβερνητικός ανασχηματισμός δημιουργεί στην πράξη ένα «reset» στις σχέσεις Κράτους – ΟΤΑ, όπου διαδικασίες επανεκκινούν, ενημερώσεις επαναλαμβάνονται και κρίσιμα έργα καθυστερούν, όχι λόγω έλλειψης σχεδιασμού, αλλά λόγω ασυνέχειας. Αυτό το φαινόμενο υπονομεύει την αξιοπιστία της Διοίκησης και επιβαρύνει άμεσα τον πολίτη. Η αυτοδιοίκηση χρειάζεται ένα περιβάλλον προβλεψιμότητας και συνέχειας, όπου ο σχεδιασμός δεν ακυρώνεται κάθε φορά που αλλάζουν οι ρόλοι στην κεντρική κυβέρνηση, αλλά εξελίσσεται με σταθερότητα και θεσμική μνήμη.

Φθάνοντας στο σημείο της κριτικής της προσπάθειας αυτής, της θεσμοθέτησης ενός νέου κώδικα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφενός μεν και σε επίπεδο πρόθεσης, να το χαρακτηρίσω ως ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την ενίσχυση της τοπικής διακυβέρνησης, αφετέρου δε να σημειώσω ωστόσο, ότι εκ των σχεδίων που έχουν μέχρι αυτή τη στιγμή δει το φώς της δημοσιότητας, στη παρούσα χρονική στιγμή της διαβούλευσης, δεν κρίνεται ως επαρκές, αφού δεν αντιμετωπίζει συνολικά τις χρόνιες παθογένειες, αγνοώντας την επί της ουσίας διαβούλευση με τις αρχές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της χώρας, οι οποίες απλώς καλούνται να σχολιάσουν έτοιμα κείμενα και όχι όπως θα αναμένονταν από μία ειλικρινή, ουσιαστική και καινοτόμα προσπάθεια, να συνδιαμορφώσουν το νέο θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει τις σχέσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με το κεντρικό Κράτος. Είναι απολύτως βέβαιο ότι η προσπάθεια αυτή, χρήζει περαιτέρω βελτιώσεων, αλλά και εις βάθος μεταρρυθμίσεων, ώστε να μπορέσουμε να μιλάμε για πραγματική θεσμική, οικονομική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το Κεντρικό κράτος και αυτό θα καταστεί καθ΄ολοκληρία δυνατόν μόνο μέσω μίας συνταγματικής αναθεώρησης στα άρθρα 101 και 102 του Συντάγματος, όπου θα καθορίζονται με ρητό τρόπο και με σαφήνεια οι αρμοδιότητες και οι πόροι της Αυτοδιοίκησης.

Το περιεχόμενο της τοποθέτησής μου αποδεικνύει, ότι δεν βρισκόμαστε εδώ για να αντιπαρατεθούμε θεσμικά. Δεν βρισκόμαστε εδώ για να αποδώσουμε μονομερώς ευθύνες σε έναν φορέα, σε ένα επίπεδο διοίκησης. Βρισκόμαστε εδώ για να αναγνωρίσουμε, με θεσμική ειλικρίνεια, ότι το διοικητικό μοντέλο με το οποίο λειτουργούμε επί δεκαετίες εμφανίζει πλέον δομική κόπωση. Και αυτή η κόπωση δεν θεραπεύεται πια με επιδερμικές, αποσπασματικές ρυθμίσεις. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο: λειτουργική ανασυγκρότηση, πραγματική διοικητική ικανότητα και νέο πολιτικοδιοικητικό πολιτισμό.

Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποτελέσει πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Είναι εθνική, αυτοδιοικητική και θεσμική ανάγκη. Κανένας θεσμός δεν μπορεί να επιτύχει μόνος του, αφού απαραίτητη είναι η συνλειτουργία όλων και ο πολίτης χρειάζεται ένα δημόσιο που να λειτουργεί ενιαία και με απλό και κατανοητό για εκείνον τρόπο. Η θεσμική ωριμότητα μετριέται από το πόσο καθαρά ορίζουμε ρόλους και από το πόσο αξιόπιστα παραδίδουμε αποτέλεσμα.

Κυρίες και κύριοι,

Η μετάβαση από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, στη λειτουργική ευθύνη του μέλλοντος, δεν αποτελεί τεχνική διαδικασία. Αποτελεί επιλογή.

Και θα κλείσω με μια απλή σκέψη:

Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για το πώς είναι γραμμένος ο Κώδικας.

Ενδιαφέρεται για το αν είναι λειτουργικός. Αν ο νέος Κώδικας καταφέρει να κάνει την καθημερινότητά του πιο απλή, πιο γρήγορη, πιο αξιόπιστη, τότε θα έχει πετύχει. Αν όχι, θα είναι απλώς μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.

Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να το κάνουμε. Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να το αποφασίσουμε.

Η επιλογή ανήκει σε εκείνους που έχουν την ευθύνη των τελικών αποφάσεων.

 

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!